Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Πόσο κοντά είμαστε στη διάλυση της Ευρωζώνης.


Εύκολα μπορούν να υιοθετηθούν προτάσεις για την επίλυση του προβλήματος της Ελλάδος και της Ευρωζώνης, οι οποίες θα αφορούν για παράδειγμα το ευρωομόλογο, την αναδιάρθρωση του χρέους κ.τ.λ. Να μιλήσουμε με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για πολλούς ευρωπαίος ηγέτες και στο τέλος να καταλήξουμε ότι η Ελλάδα θα σωθεί γιατί δε συμφέρει τις υπόλοιπες χώρες να πτωχεύσει.
Εν πολλοίς, οι απόψεις αυτές κατά τη δική μου ταπεινή κρίση είναι γενικότητες χωρίς να εστιάζουν στο πραγματικό πρόβλημα. Αρά, αδυνατούν να προσεγγίσουν και τις πραγματικές λύσεις. Για το λόγο αυτό, θα επιχειρήσω εν συντομία να θέσω το πρόβλημα στη διάσταση που ορίζει η οικονομική θεωρία.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια νομισματική ένωση η οποία απέχει μακράν από μια τέλεια νομισματική ένωση. Οι λόγοι αφορούν τις διαφορές μεταξύ των νομικών συστημάτων και των συστημάτων διοίκησης και φορολογίας των χωρών μελών. Επίσης, υπάρχουν μεγάλες διαφορές στα συστήματα παραγωγής αλλά και στο βαθμό ανάπτυξης κάθε χώρας μέλους, χωρίς να υποτιμούμε τις πολιτισμικές διαφορές.
Όλα αυτά οδηγούν στον ασυγχρονισμό των οικονομικών κύκλων των χωρών. Δηλαδή, όταν μια χώρα παρουσιάζει ύφεση μια άλλη χώρα θα έχει ανάπτυξη με αποτέλεσμα να είναι δύσκολη η υιοθέτηση κοινών πολιτικών από ένα κοινό φορέα διοίκησης όπως είναι η ΕΚΤ. Ο νομπελίστας οικονομολόγος Paul Krugman δείχνει ότι το πρόβλημα αυτό μπορεί να λυθεί αν τα κεφάλαια διακινούνται ελεύθερα μέσα σε μια νομισματική ένωση όπως επίσης και οι εργαζόμενοι. Σε αντίθετη περίπτωση πρέπει να υπάρχει ένα κοινό ταμείο τροφοδότησης των χωρών που παρουσιάζουν έλλειμμα από τις χώρες με πλεονάσματα.
Από την άλλη πλευρά, η ευρωπαϊκή επιτροπή παρουσιάζει ως λύση στο παραπάνω πρόβλημα την εξειδίκευση κάθε χώρας ή περιοχής σε συγκεκριμένες παραγωγικές δραστηριότητες. Παράλληλα, απαιτείται μια κοινή δημοσιονομική πολιτική.
Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, μπορούμε να αξιολογήσουμε τη σημερινή κατάσταση και ως ένα βαθμό να προβλέψουμε το μέλλον. Το χρέος των περισσότερων χωρών μελών είναι αποτέλεσμα του μεταξύ τους ελλείμματος ανταγωνιστικότητας. Το οποίο τροφοδοτείται είτε με ιδιωτικό είτε με δημόσιο δανεισμό. Άρα, και στην απουσία κακοδιαχείρισης των δημοσίων οικονομικών, οι νότιες χώρες της Ευρωζώνης πάλι θα έφταναν σε αυτό το σημείο (ενδεχομένως λίγο αργότερα). Χωρίς τη δυνατότητα μεταβολών στις τιμές (σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία) ο ανταγωνισμός είναι θέμα παραγωγικής ικανότητας και μόνο. Οι χώρες του Βορρά υπερτερούσαν σημαντικά όταν το ευρώ τέθηκε σε κυκλοφορία.
Το ευρωομόλογο δε θα βοηθήσει μακροπρόθεσμα διότι δε θα εξαλείψει την πηγή του προβλήματος, ούτε η αναδιάρθρωση του χρέους από μόνη της θα οδηγήσει πουθενά. Ακόμη λοιπόν και αυτά τα μέτρα να γίνουν αποδεκτά από το σύνολο των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων η διάλυση της Ευρωζώνης είναι περισσότερο κοντά από ποτέ. Όσο ο δημόσιος διάλογος περιστρέφεται γύρω από λογιστικές λύσεις τόσο περισσότερο είναι εμφανής η απόφαση διάλυσης της ευρωζώνης με το χαμηλότερο δυνατό κόστος. Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για παραγωγική εξειδίκευση των χωρών μελών αποτελεί τη μόνη πιθανότητα αποφυγής της διάλυσης της Ευρωζώνης. Όλα αυτά βέβαια προϋποθέτουν την υιοθέτηση ενός κοινού ευρωπαϊκού συντάγματος, γεγονός το οποίο μειώνει ακόμη περισσότερο την πιθανότητα διάσωσης της Ευρωζώνης. Από τη δημόσια συζήτηση μόνο οι προτάσεις του υπουργού οικονομικών της Γερμανίας για ειδικές παραγωγικές ζώνες σε περιοχές της Ελλάδος αφήνει κάποια ψήγματα αισιοδοξίας, όχι για την Ελλάδα μόνο αλλά για τη συνέχιση του Ευρώ.

Το επόμενο βήμα της οικονομικής αναπτυξιακής πολιτικής


Η μείωση του ελλείμματος και του χρέους της ελληνικής οικονομίας αποτελεί αδιαμφισβήτητο στόχο της οικονομικής πολιτικής. Σε μια περίοδο μετά την κρίση του 2008 όπου οι περισσότερες χώρες της ευρωζώνης οδηγήθηκαν σε αύξηση του χρέους τους για να τονώσουν την ενεργό ζήτηση τους, η ελληνική οικονομία ήταν εκ των προτέρων αναγκασμένη να περιορίσει τις δημόσιες δαπάνες και παράλληλα να αυξήσει τα δημόσια έσοδα της εξαιτίας του υπέρογκου χρέους της.
Τα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής είναι συγκεκριμένα και ταξινομούνται ανάλογα με το πεδίο εφαρμογής τους, για παράδειγμα δημόσια κατανάλωση, μεταβιβαστικές πληρωμές, φορολογία. Αυτό το οποίο δεν είναι συγκεκριμένο είναι τα αποτελέσματα τα οποία έχει κάθε ένα μέτρο. Το ζητούμενο δηλαδή είναι πως μπορούμε να επιτύχουμε το στόχο μας με το μικρότερο δυνατό αρνητικό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα για την πραγματική οικονομία.
Τα κυριότερα σημεία του προγράμματος σταθερότητας είναι η μείωση της δημόσιας κατανάλωσης, η μείωση των δημοσίων επενδύσεων και η αύξηση των έμμεσων φόρων.
Σε διάφορες μελέτες τους η Ευρωπαϊκή Κεντρική τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, για το σύνολο των χωρών της Ευρωζώνης καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η μείωση των δημοσίων δαπανών έχει μεγαλύτερο αρνητικό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν από ότι η αύξηση των φορολογικών συντελεστών με σχέση περίπου 1 προς 3. Αυτό όμως αφορά το σύνολο των χωρών της Ευρωζώνης χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε χώρας.
Η Ελλάδα η οποία παρουσίαζε υψηλά ποσοστά δημόσιας κατανάλωσης και δημοσίων επενδύσεων ως ποσοστό του Α.Ε.Π είχε ως αποτέλεσμα να εκτοπίσει τον ιδιωτικό τομέα συρρικνώνοντας παράλληλα τη φορολογική βάση και άρα τα έσοδα από τη φορολογία.
Σε μια μελέτη του Ι.Ο.Β.Ε για την ελληνική οικονομία παρουσιάζονται τα εξής αποτελέσματα. Η μείωση των δημοσίων δαπανών έχει τη μικρότερη περιοριστική επίδραση τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα σε σχέση με την αύξηση των φορολογικών συντελεστών. Πιο συγκεκριμένα, οι προσωπικοί φόροι και οι φόροι κατανάλωσης επιδρούν σημαντικά στην περιστολή του Α.Ε.Π και παράλληλα δημιουργούν συνθήκες ανισορροπίας στην αγορά εργασίας.
Αυτό το οποίο προκύπτει είναι ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών παράλληλα με μια έστω ισόποση μείωση της δημόσιας κατανάλωσης και των δημοσίων επενδύσεων μπορεί να έχει ευεργετικά αποτελέσματα στην επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας σε σύντομο χρονικό διάστημα. Χρειάζεται λοιπόν το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων να μειωθεί αλλά να κατευθυνθεί σε στοχευμένες δράσεις όπως είναι για παράδειγμα η ενίσχυση της έρευνας και ανάπτυξης. Η μόνιμη μείωση των φορολογικών συντελεστών θα αυξήσει άμεσα την κατανάλωση και τις επενδύσεις μέσω του αποτελέσματος του πλούτου. Η διαδικασία αυτή γίνεται ακόμη πιο αποτελεσματική μέσα σε ένα περιβάλλον σταθερών ονομαστικών επιτοκίων. Διότι όταν δεν υπάρχει η αντίθετη πολιτική για αναγκαστική μείωση του πληθωρισμού το πραγματικό επιτόκιο θα μειωθεί ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τις επενδύσεις και ως συνέπεια τη φορολογική βάση άρα και τα κρατικά έσοδα. 

Γιατί η επιστροφή στη δραχμή δεν είναι λύση


 Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου τους τελευταίους μήνες. Το ζητούμενο είναι η ανάπτυξη μέσα από τις πρωτοβουλίες του ιδιωτικού τομέα. Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας δείχνει τις δυσκολίες του δρόμου της ανάκαμψης καθώς προστάζει την αλλαγή του μοντέλου παραγωγής όχι μόνο μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα αλλά και μεταξύ αγαθών και υπηρεσιών. Δυστυχώς για την Ελλάδα, τα λάθη και οι παραλείψεις των Ευρωπαίων ηγετών δεν ευθύνονται σε τόσο μεγάλο βαθμό όσο θα θέλαμε, άρα η λύση βρίσκεται στη διόρθωση των δικών μας και μόνο λαθών.
Με βάση λοιπόν την παραδοχή αυτή, δύο επιλογές απομένουν, λύση εντός της ευρωζώνης ή λύση εκτός, δηλαδή επιστροφή στη δραχμή. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει επιλογή όμως υπάρχει επιλογή με πιο πιθανό ένα θετικό αποτέλεσμα. Εάν αποφύγουμε στερεότυπα και προκαταλήψεις μπορούμε να αντιληφθούμε ποιες είναι πραγματικές μας επιλογές και όχι οι θεωρητικές.
Η περίοδος της επιστροφής στη δραχμή θα είναι μια περίοδος κοινωνικής αναταραχής και προσωρινής  περαιτέρω επιδείνωσης της οικονομίας. Όμως θα επιλύσει το μεγάλο πρόβλημα της ρευστότητας της οικονομίας καθώς και το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας . Η έλλειψη ρευστότητας στην οικονομία ευθύνεται κατά ένα μεγάλο μέρος για την τόσο απότομη ύφεση της ελληνικής οικονομίας. Επιπλέον, το ποσοστό ανεργίας θα μειωθεί ενισχύοντας και πάλι τον κοινωνικό ιστό με τα αποτελέσματα αυτά να είναι σχετικά άμεσα.
Από την άλλη πλευρά, ο πληθωρισμός θα είναι αρκετά υψηλός με τα εισαγόμενα προϊόντα να είναι αρκετά πιο ακριβά. Η υποκατάσταση των εισαγωγών είναι πού θα τροφοδοτήσει την ανάπτυξη. Η πραγματική όμως αγοραστική δύναμη θα είναι αρκετά  μειωμένη οδηγώντας σε μεταβολή των καταναλωτικών προτύπων. Θεωρείται αδήριτη ανάγκη η συνέχιση των μέτρων λιτότητας ώστε την αρχική υποτίμηση της δραχμής να μη διαδεχθούν περαιτέρω υποτιμήσεις αυξάνοντας με τον τρόπο αυτό  την αβεβαιότητα και στερώντας το οποιοδήποτε όφελος από την επιστροφή στη δραχμή.
Αυτό ακριβώς είναι και το κλειδί της επιλογής ανάμεσα στη δραχμή και στο ευρώ. Η πολιτική σταθερότητα και η απαρέγκλιτη άσκηση αυστηρής οικονομικής πολιτικής για την επόμενη δεκαετία αποτελούν απαράβατο κανόνα για την αποφυγή της βύθισης της ελληνικής κοινωνίας. Το διάστημα αμέσως μετά την επιστροφή στη δραχμή χρειάζονται πολιτικοί ηγέτες οι οποίοι θα κρατούν σταθερά το τιμόνι της χώρας απορροφώντας όλους τους κραδασμούς της μεταβατικής περιόδου.
Τα τελευταία τριάντα χρόνια όμως  η άσκηση της οικονομικής  πολιτικής ήταν αποκλειστικά και μόνο αποτέλεσμα πολιτικών και κυρίως μικροπολιτικών επιλογών. Στην Ελλάδα απουσιάζουν, για παράδειγμα, ανεξάρτητα ινστιτούτα και οργανισμοί ανάλυσης οικονομικών προτάσεων και επιλογών. Η ευκολία με την οποία παρουσιάζονται δημόσια οικονομικές πολιτικές ιδιαίτερα από την αριστερή πολιτική σκηνή, αποδεικνύει το σημαντικό αυτό πρόβλημα. Η πραγματική ανάλυση των επιπτώσεων διαφόρων οικονομικών μέτρων θεωρείται περιττή πολυτέλεια και ανάγεται στη σφαίρα του φανταστικού.
Η επίλυση των προβλημάτων αυτών δεν πραγματώνεται τόσο σύντομα όσο ευχόμαστε άρα η λύση της παραμονής στην ευρωζώνη και η συνεπακόλουθη πολιτική και οικονομική σταθερότητα αποτελούν τη μια και μοναδική επιλογή.